άσος

άσος
ο см. άσσος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "άσος" в других словарях:

  • άσος — ο (λ. ιταλ.) 1. ο αριθμός «ένα» στα χαρτιά, τα ζάρια και το ντόμινο: Έχω τρεις άσους. 2. η χαρτοπαιξία: Ό,τι βγάζει τ ακουμπά στον άσο. 3. αυτός που πρωτεύει σε κάτι: Στο κολύμπι είναι άσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άσος — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 80 μ., 122 κάτ.) της Κεφαλονιάς. Βρίσκεται στις βορειοδυτικές ακτές του νησιού, πάνω στον ομώνυμο μικρό ισθμό που κλείνει ΒΑ τον κόλπο του Μύρτου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερισού του νομού Κεφαλληνίας. Στην Άσο της… …   Dictionary of Greek

  • Assos (Kefalonia) — Ein Haus am Ortseingang Assos (griechisch Άσσος (f. sg), auch Asos Άσος) ist eine Ortschaft im Gemeindebezirk Erisos der griechischen Insel und Gemeinde Kefalonia am Rand der Halbinsel Erisos, auf der sich die Burg Assos befindet. Es… …   Deutsch Wikipedia

  • Kefalonia (Gemeinde) — Gemeinde Kefalonia Δήμος Κεφαλονιάς …   Deutsch Wikipedia

  • Ανεμοδουράς, Στέλιος — (Αθήνα 1917 – 2000). Δημοσιογράφος και συγγραφέας, γνωστός και με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σταδιοδρόμησε όμως ως δημοσιογράφος και εκδότης. Συγκεκριμένα, συνεργάστηκε με διάφορες …   Dictionary of Greek

  • Θάσος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία… …   Dictionary of Greek

  • Ἴασος — Ἴ̱ασος , Ἴασος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»